Νίκος Νικολαΐδης - Τί σοι ποιήσομεν, άνθρωπε; (Όσιος Θεόφιλος, Τεύχος 52, Δεκέμβριος 2025)
Ένα καίριο και κύριο ερώτημα, μεταξύ άλλων, υποβάλλει και απευθύνει ο Μ. Βασίλειος προς τον άνθρωπο, στην περίφημη ομιλία του “Εις την Αγίαν του Χριστού Γέννησιν”. Και ποιο είναι αυτό; “Τί να κάνουμε μαζί σου, άνθρωπε;”. Και συνεχίζει. “Πώς να σε χαρακτηρίσουμε και πώς να σου συμπεριφερθούμε;”. Και διευκρινίζει και επεξηγεί ο Άγιος: “Όντας, συ, ως θείο κατασκεύασμα, στο υψηλότερο δημιουργικό μέγεθος, δυστυχώς, δεν θέλησες να μείνεις κοντά στον Θεό.
Ναι, ήταν ο άνθρωπος, ως πλάσμα του Θεού, το υπερέχον κτίσμα της όλης δημιουργίας. Η “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού” κατασκευή του τον καθιστούσε, ακόμη, και των αγγελικών δυνάμεων υπέρτερο. Και το εξουσιαστικό του προσώπου του ανθρώπου ήταν τόσο μεγάλο, ώστε σ’ αυτόν υπέταξε ο Θεός τον συμπαντικό κόσμο, με ό,τι αυτός περιείχε! Και αυτή η αλήθεια καταφαίνεται και από την προμηνυόμενη καταστροφή του “ουρανού και της γης” (Μαρκ, Κεφ. 13, Στιχ. 31), την οποία προλέγει ο ίδιος ο Κύριος. Αλλά αυτή σημειώνεται και σε άλλα κείμενα της Καινής Διαθήκης, όπως η “ροιζηδόν παρέλευσης” του ουρανού και η καύση των “στοιχείων”, τα οποία τους συνθέτουν (Β’ Πετρ, Κεφ. 3, Στιχ. 10-12). Οπότε, αυτό, πάλι, διαδηλώνει ότι, κατ’ ανάθεση του Θεού, επικυρίαρχος του συμπαντικού κόσμου ήταν ο άνθρωπος.
Ωστόσο, με την προπατορική αμαρτία του πρωτόπλαστου ζεύγους, αυτός ο συμπαντικός κόσμος παραδόθηκε στη φθορά και στον θάνατο. Και, επί του προκειμένου, θα διαδηλώσει και ο Απόστολος Παύλος: Επειδή “τη ματαιότητα η κτίσις υπετάγη”(Ρωμ, Κεφ. 8, Στιχ. 20), γι’ αυτό και “η αποκαραδοκία της φύσεως την αποκάλυψιν των υϊών του Θεού απεκδέχεται” (Ρωμ, Κεφ. 8, Στιχ. 19) (Μετ: “Η σφοδρή αγωνία και αναμονή της φύσεως, την ένδοξη φανέρωση των υϊών του Θεού ποθεί”). Αν, δηλαδή, ο άνθρωπος δεν καθίστατο κυβερνήτης του κόσμου, πώς εξηγείται η παλαιότητά του και γιατί η αναγκαιότητα ανακαίνισής του; Ναι. “Καινούς ουρανούς και γην καινήν, κατά το επάγγελμα αυτού (του Χριστού) προσδοκώμεν” (Β’ Πετρ, Κεφ. 3, Στιχ. 13).
Αυτό λοιπόν ήταν το ύψος του ανθρώπου, ως παγκόσμιου και οικουμενικού προσώπου και βασιλιά. Δυστυχώς, όντας σ’ αυτό το ανέκφραστο μεγαλείο, άνθρωπε, δε φρόντισες να μείνεις! Και μόλις ο σατανάς σε πλησίασε, πρόδωσες την αγάπη του Θεού σου και αποπειράθηκες να αντιταχθείς του Θεού κι να εξισωθείς με τον Θεό!
Και τί ήταν το προπατορικό αμάρτημα; Όχι, όπως το παρουσιάζει η εσφαλμένη ερμηνεία, ως καρπό δέντρου αμαρτωλού (Γεννηση, Κεφ. 2, Στιχ. 16-17), γιατί τότε σημαίνει σε τελική αναφορά ότι ο αγαθός Θεός το δημιούργησε! Αλίμονο! Όχι. Αλλά τί ήταν το αμάρτημα τούτο; Θα μας το εξηγήσει ο ιερός Πατέρας της Εκκλησίας μας, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, λέγοντας ότι η παράβαση αυτή συνιστούσε την από μέρους του ανθρώπου προσπάθεια στρεβλής και εγωιστικής χρήσης των θείων προνομίων του. “Δύναμιν εδίδου γνωστικήν τοις μεταλαμβάνουσι της οικίας αυτών φύσεως” (PG 94, 913AB).
Ναι. Παρερμηνεύοντας ο άνθρωπος τα θεία του προσόντα και δελεαζόμενος από τον εωσφόρο, ο οποίος διανοήθηκε το ίδιο αμάρτημα (Ησαΐα, Κεφ. 14, Στιχ. 12-14) αποπειράθηκε να γίνει θεός, χωρίς τον Θεό και ενάντια στον Θεό! “Εν τω ύψει (όντας, άνθρωπε) τον Θεόν ουκ επεζήτησας!”, παρατηρεί χαρακτηριστικά ο Μ. Βασίλειος.
Ωστόσο, και τώρα, συνεχίζει ο Άγιος, “συγκαταβαίνοντά σοι και διά σαρκός ομιλούντα (σοι), ουχ υποδέχη”. Τί φοβερά και συγκλονιστικά είναι τα λόγια αυτά του Μ. Βασιλείου! Άνθρωπε, συ προσέβαλες τον Θεό. Συνέλαβες στην καρδία σου, με την υποκίνηση του σατανά, ότι ο Θεός σου είναι ανεμπόδιστος και άρα ευάλωτος! Και εμπιστεύθηκες τον “ανθρωποκτόνον” (Ιω. η’ 44) εχθρό σου. Και ο Θεός, ενώ σου ταίριαζε τιμωρία, όχι μόνο δε σε απέρριψε αλλά τί έκανε; Προέβηκε σε μια εκπληκτική φιλανθρωπία. Σε επισκέφθηκε. “Επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη”, θα διδάξει και ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Και συ τώρα τί κάμνεις, άνθρωπε; Πώς συμπεριφέρεσαι; “Όυχ υποδέχη”. Δεν τον υποδέχεσαι. Δεν τον αναγνωρίζεις. Τον απορρίπτεις. Δεν αποτιμάς το μέγεθος της αγάπης του για σένα και, ακόμη, τον σταυρώνεις! Γιατί;
Μάνθανε, λοιπόν, θα διαλαλήσει ο Μ. Βασίλειος ότι “δια τούτο, (για σένα και μόνο ήρθε), ο Θεός εν σαρκί”. Ναι, όλος, ως Θεός, έγινε και άνθρωπος. “Ο Λόγος σαρκ εγένετο” (Ιω. α’ 14). Και τούτο, “επειδή έδει την καταραθείσαν σάρκα, ταύτην αγιασθήναι, την ασθενήσασαν, ενδυναμωθήναι, την αλλοτριωμένων (την αποξενωμένη) Θεού, ταύτην εις ουρανούς αναχθήναι”. Και ποιος αποβαίνει της θείας αυτής οικονομίας διάκονος; “Τί το εργαστήριον της οικονομίας ταύτης; Παρθένου αγίας σώμα!”, λέγει ο Μ. Βασίλειος.
---
Κατά τον Ευαγγελισμό , ο Υϊός και Λόγος του Θεού και Θεός “κενώνει εαυτόν” (Φιλ. β’ 6) και ο “αχώρητος παντί” σμικρύνει - πόσο σμικρύνει - το άπειρο μέγεθός του και, κατ’ ευδοκίαν Θεού Πατρός” και “δια Πνεύματος Αγίου” προσλαμβάνει τα άσπιλα και αμώμητα αίματα της πάναγνης Κόρης, Μαρίας, και “πλάθει αυτός δι’ εαυτόν την ανθρωπότητά του” και ενώνεται μαζί της, αφού τη θεώνει ακαριαία! Έτσι στον Χριστό πιστεύομε ότι λειτουργούν δύο φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη, και ένα πρόσωπο, το της θεότητάς του, το οποίο έγινε και πρόσωπο της ανθρωπότητάς του.
Ναι. Το “μέγα τούτο το της ευσεβείας μυστήριον” (Α’ Τιμ. γ’ 16) τελεσιουργείται για ένα και μοναδικό σκοπό. Ποιο; Θα το διακυρήξει στεντόρεια ο Μέγας Αθανάσιος: “Αυτός ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν”. Και “εγώ είπα θεοί έστε και υϊοί υψίστου πάντες” (Ψαλμ. 81, 6), θα διαλαλύσει και ο Ψαλμωδός.
Και είναι, ακριβώς, γι’ αυτόν τον ζωτικό λόγο, για τον οποίο οι άγιοι της Εκκλησίας μας Πατέρες υπεραμύνθησαν των δογματικών αληθειών περί της θεότητας και ανθρωπότητας του Χριστού. Γιατί, αν ο Χριστός δεν είναι Θεός, τότε ποιός μας σώζει; Αλλά και πώς σωζόμαστε; Και αν, πάλι, δεν είναι και άνθρωπος, τότε αδυνατούμε, ως άνθρωποι, να ενωθούμε με τον μη όμοιο με εμάς άνθρωπος Χριστό και άρα πάλι δεν σωζόμαστε!
Και σ’ αυτή τη μέγιστη κλήση να ξαναγίνουμε, όπως πλαστήκαμε και προοριζόμασταν, θεοί κατά χάρη, πώς ανταποκρινόμαστε; Δικαιολογημένα, λοιπόν, και ο Μέγας Βασίλειος ερωτά και διερωτάται: “Τί σοι ποιήσομεν, άνθρωπε;”

Σχόλια