Διακο-Ιωαννίκιος, ο περιφρονημένος [Σιμωνοπετρίτες Πατέρες που βρήκαμε και αγαπήσαμε (1973-1997)]

Μας μένουν έντονα τα βιώματα της πρώτης μεγάλης παγκοινιάς για το μάζεμα των ελαιών στον Δοντά το 1974. Πήγαμε όλοι οι νεότεροι πατέρες. Μέναμε στρωματσάδα σε όλο το σπίτι. Εμείς δουλεύαμε κι ο διακο-Ιωαννίκιος μας μαγείρευε, μας έστρωνε την τράπεζα και, ενώ τρώγαμε, εκείνος παρακολουθούσε μήπως μας λείπει κάτι. Τότε κάναμε εκεί την αγρυπνία για την γιορτή του Αγίου Χρυσοστόμου. Ήλθε και ο Γέροντας. Η χαρά του παππού ήταν απερίγραπτη.

"Τέτοια τιμή στο σπίτι! Τέτοια δόξα στην εκκλησία με τις ψαλμωδίες και το συλλείτουργο!", έλεγε και ξανάλεγε.
 
Είναι αλήθεια πως για να μένει μόνος μέσα σ' εκείνη την ερημιά, μόνο με βαθειά πίστη το κατόρθωνε. Ενθυμούμαι ότι κάποτε του πόνεσε πολύ το χέρι και το πόδι του, συμπτώματα κάποιας οσφυαλγίας -ισχυαλγίας. Πήγαμε με κάποιον γιατρό να τον δούμε και του δώσαμε κάποια φαρμακευτική αγωγή, αφού δεν τον πείσαμε να έλθει στο Μοναστήρι για θεραπεία. Πηγαίναμε κάθε δύο μέρες και του κάναμε μια σειρά ενέσεις. Μετά από λίγες μέρες μας λέει:
"Τα φάρμακα με κάνουν χειρότερα. Οι ενέσεις με πονούν, δεν μπορώ να καθίσω. Δεν τα θέλω. Τ' άφησα και πήγα στους δικούς μας γιατρούς, στην μαννούλα μας και τον Άγιο Νικόλαο, και τους είπα: Βλέπετε, είμαι μόνος, πονάω και δε μπορώ ούτε τα κανδηλάκια να Σας ανάψω. Τα φάρμακα που παίρνω με κάνουν χειρότερα. Εγώ τ' αφήνω και ζητώ από Σας να με κάνετε καλά. Αν με κάνετε καλά, θ' ανάβω τα κανδηλάκια Σας, διαφορετικά θα μένουν σβηστά..."
"Πήρα λαδάκι, αλείφθηκα και μετά από δύο τρεις φορές έγινα τελείως καλά. Βλέπεις, οι δικοί μου γιατροί θεραπεύουν αμέσως", έλεγε και καμάρωνε.
 
Μας έλεγε πως παρακαλεί τους αγίους και για δυο ακόμη πράγματα. Πρώτον, να μην πονέσει και μείνει στο κρεβάτι και κουράσει κι άλλους και, δεύτερον, να του δώσει ο Θεός κάποιο σημάδι, όταν πρόκειται να κοιμηθεί. "Όταν πρόκειται να πεθάνω, εδώ στη γωνιά του τζακιού θα στρώσω και θα πεθάνω, ούτως ώστε, κι αν μείνω μέρες, να μην αχρηστευθεί και το κρεβάτι". Και πράγματι, ο Θεός τη πρεσβεία των αγίων, του χάρισε το σημάδι.
 
[...]
 
Όταν λοιπόν τελείωσαν όλες οι γιορτές, στις 11 Ιανουαρίου του 1987 ο π. Βησσαρίων πρωί-πρωί ζήτησε ευλογία από τον Γέροντα να πάει στον Δοντά. Μαζί του πήγε και πάλι ο π. Βενέδικτος. Τούτη τη φορτά πήγαν με τα ζώα, αφού τα χόνια είχαν λιώσει. Όταν έφθασαν, φώναξαν, όπως συνήθιζαν, αλλά δεν πήραν απάντηση. "Βρε τι να έγινε;", αναρωτήθηκαν. Ο π. Βησσαρίων, που γνώριζε τα κατατόπια αφού για χρόνια συνέχεια διοριζόταν ως Οικονόμος στον Δοντά, μπήκε από μια δευτερεύουσα είσοδο και έφθασε στο δωμάτιο όπου έμενε ο παππούς. Τοβ βρήκε πράγματι στην θέση που είχε πει. Είχε στρώσει μπροστά στο τζάκι, είχε ξαπλώσει, είχε σκεπασθεί, είχε σταυρώσει τα χέρια του και περίμενε τον θάνατο, όχι φοβισμένος, όχι αγωνιώντας, αλλά χαρούμενος και σίγουρος ότι τον περιμένουν οι προστάτες του και βοηθοί του.

[...] Μετά αρχίσαμε την προετοιμασία και τον ευπρεπισμό του νεκρού. Δεν δυσκολευθήκαμε καθόλου. Ήταν πεντακάθαρος. Τα της ταφής του τα είχε έτοιμα σε χωριστό τόπο, γνωστό στον π. Βησσαρίωνα. Η ευκαμψία του σώματος μετά από τόσες ώρες, και μάλιστα χειμώνα καιρό, μας συγκίνησε για μια ακόμη φορά. Ευλογία της Παναγίας μας στα παιδιά Της που ζουν στο Περιβόλι Της!
 
[...] Μετά την ταφή του μακαρίσαμε τα τέλη του. Ήταν πράγματι όπως ευχόμεθα, χριστιανικά, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά, και η απολογία του εν ημέρα Κρίσεως θα είναι οπωσδήποτε καλή.
 
Αυτός ο άνθρωπος έζησε περιφρονημένος από τους ανθρώπους αλλά όχι και από τον Θεό. Τον κορόιδευαν "διακορεμπέτα", αλλά ζούσε ως "ρεμπέτης" για την αγάπη του Θεού. Ποτέ του, αφ' ότου μετανοημένος επέστρεψε στο Άγιον Όρος, δεν απέκτησε καινούριο ρούχο. Πάντα ζητούσε παλιά και μεταχειρισμένα. Πάντα ευχόταν για τους αποθαμένους πατέρες, που τον βοήθησαν έστω και στο ελάχιστο, με το "Θεόοος σχρέσ'τον". Πάντα μιλούσε για την αγάπη του Θεού προς τους ανθρώπους και για το έλεός Του. "Τι να κάνεις τα πλούτη, αν δεν έχεις αγάπη; Πολλοί είχαν πλούτη, αλλά πέθαναν και ξεχάστηκαν. Όσοι όμως αγάπησαν τον φτωχό, τον αδύνατο, τον αμαρτωλό, τον ανήμπορο, δοξάστηκαν από τον Θεόν. Ας ξεχαστεί, αν είναι δυνατόν, ο Άγιος Νικόλαος", έλεγε.

Ζούσε μέσα στη σιωπή και την ερημιά του Δοντά, αλλά η ψυχή του τις χαιρότανε. Ζούσε συντροφιά με τους αγίους και έπαιρνε την παρηγοριά από αυτούς. Πέθανε, χωρίς να πονέσει, χωρίς να ταλαιπωρηθεί, χωρίς να κουραστεί και, όπως το ήθελε, χωρίς να κουράσει.

Μας έκανε εντύπωση πως δεν βρήκαμε τίποτε άπλυτο, ούτε ρούχο ούτε σκεύος. Ακόμη περισσότερο μας κατέπληξε το γεγονός ότι βρήκαμε κλειστή και την τρύπα που είχε στο κάτω μέρος της πόρτας για να μπαίνει η γάτα στο δωμάτιο, πράγμα που δεν το έκανε ποτέ, αφού μέσα στη μοναξιά του δοντά η γατούλα του, η παρδαλή Λαμπριάνα, ήτα μια κοινωνία, μια συντροφιά. Η λεπτομέρεια αυτή και το ξάπλωμά του στη θέση που μας είχε υποδείξει, μας δίνουν το δικαίωμα να πιστέψουμε ότι προγνώρισε τον θάνατό του.

Αν και έζησε ως ερημίτης, πέθανε την ημέρα της μνήμης του Αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου ως κοινοβιάτης.

Είναι χαρακτηριστικό το όνειρο - αν μπορούμε να το πούμε όνειρο - που είδε ο γερο-Γελάσιος τον Φεβρουάριο του 1987. Κοντά στις σαράντα μέρες μετά την κοίμησή του, τον είδε μέσα σ' ένα περιβόλι γεμάτο διάφορα δέντρα, φορτωμένα με καρπούς πολύχρωμους και ευωδιαστούς και αυτόν μέσα σε ένα πανέμορφο σπιτάκι να του χαμογελά και να του λέει: "Σε περιμένω Γελάσιε...". Πράγματι, την 1η Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, ο συμπατριώτης του Μικρασιάτης γερο-Γελάσιος πήγε να τον συναντήσει και να συνεφρανθούν στην ίδια πατρία, αλλά αυτή την φορά την ουράνια.

Ο πολλάκις επισκεφθείς τον μακαριστό Γέροντα, ο προσφέρων εις αυτόν βοήθειαν ιατρικήν και ο μετά των άλλων αδελφών κηδεύσας αυτόν.

Σιμωνόπετρα, 6 Δεκεμβρίου 1988, Μνήμη του Αγίου Νικολάου 
 
Διακο-Ιωαννίκιος, ο περιφρονημένος
Σιμωνοπετρίτες Πατέρες που βρήκαμε και αγαπήσαμε (1973-1997)
 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το τέλος ενός άθεου - Η περίπτωση του Βασίλη Ραφαηλίδη

Jason David Frank μα κι ένας άλλος... Frank