Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Περί φορολόγησης της εκκλησίας...

Μεγάλος θόρυβος γίνεται, ειδικά, αυτή την περίοδο σχετικά με την εκκλησιαστική περιουσία και τη φορολόγησή της. Καλό είναι να δούμε αρχικά κάποιες έννοιες και λίγο τις καταστάσεις που έφεραν τα πράγματα στην παρούσα κατάσταση.

Στην εγκυκλοπαίδεια Υδρία, μπορούμε να βρούμε την εξής ερμηνεία του όρου "εκκλησιαστική περιουσία”:
Το σύνολο της ιδιοκτησίας που ανήκει σε μια Εκκλησία. Προέρχεται από δωρεές, κληρονομιές και άλλες δικαιοπραξίες, αλλά και από ιστορικές συνθήκες που οδήγησαν στη συσσώρευση πλούτου λόγω της έντονης κοσμικής δράσης των Εκκλησιών. Από το 19ο αιώνα σημειώνεται η γενική αντίδραση εναντίον των εκκλησιαστικών αρχών. [...] Στον ελλαδικό χώρο οι απαλλοτριώσεις για κοινωνικούς σκοπούς της εκκλησιαστικής περιουσίας υπήρξαν σχεδόν πάντοτε συναινετικές, χωρίς να πυροδοτήσουν μείζονες διαμάχες όπως στη Δύση. Στον Καναδά για παράδειγμα, το ένα έβδομο των δημοσίων εκτάσεων, που είχε μείνει ανεκμετάλλευτοι, τέθηκε για μελλοντική χρήση του προτεσταντικού κλήρου, με το Συνταγματικό Νόμο του 1791[...].

Από το reporter.gr αντλούμε συμπληρωματικά τις εξής πληροφορίες:
[...]Ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας, ίσως το μέγιστο, προέρχεται από δωρεές που έγιναν προς την Εκκλησία κατά την Τουρκοκρατία, για να μην πάρουν τα κτήματα οι κατακτητές. Οι Τούρκοι δε σέβονταν την περιουσία των Ελλήνων αλλά σέβονταν την περιουσία της Εκκλησίας. Έτσι, η Εκκλησία εμφανίζεται ως θεματοφύλακας περιουσιών που της δόθηκαν από κατατρεγμένους Έλληνες για να τις φυλάξει και να τις διασώσει. Έτσι πολλοί κατάφεραν να προστατέψουν τις περιουσίες τους, αν και αιώνες αργότερα εκ των πραγμάτων οι μονές τις καρπώθηκαν. Ένα σκοτεινό σημείο παραμένει η αξιοπιστία των χρυσόβουλων που επικαλούνται πολλές μονές στα δικαστήρια. Αυτό που πολλοί ιστορικοί και αρχειονόμοι αναφέρουν είναι ότι, λόγω της τακτικότατης ενασχόλησης των καλόγερων με την αντιγραφή βιβλίων, πολλοί φρόντισαν να παραχαράξουν αντίγραφα αυτοκρατορικών αποφάσεων. Ένας άλλος παράγοντας που διογκώνει τη μοναστηριακή περιουσία είναι ο κανόνας που θέλει τους μοναχούς να είναι ακτήμονες, κάτι που σημαίνει ότι χαρίζουν την περιουσία τους στη μονή όπου ζουν, ενώ δεν πρέπει να λησμονούμε τις εκατοντάδες δωρεές ανά την επικράτεια.

Όπως διαβάζουμε, η εκκλησία αύξησε την περιουσία της ιδιαίτερα χάρις στην ελληνική κατοχή από τους Τούρκους. Οι Τούρκοι μπορεί να μην σέβονταν τίποτα(πχ. ανθρώπινες ζωές, γυναίκες, παιδιά) αλλά σέβονταν τη θρησκεία και τους ναούς. Τους ναούς του αναγνωρισμένα ελλαδικού χώρου τουλάχιστον! Τότε η εκκλησία βοηθούσε τους άπορους, παρέχοντάς τους τροφή, νερό κ.α. που αγόραζε μέσα από τις δωρεές του κόσμου. Επίσης, για να διασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον για την οικογένειάς τους, οι άνθρωποι έδιναν τα κτήματά τους στην εκκλησία, η εκκλησία κρατούσε αρχείο με την ιδιοκτησία του καθενός και θα του την επέστρεφε όταν τελείωνε ο πόλεμος.

Είναι απόλυτα φυσιολογικό, όμως, να σκεφτούμε πως υπήρξαν πολλοί άνθρωποι, ειδικά σε περιόδους πολέμου, οι οποίοι επέλεξαν να γίνουν κληρικοί, όχι από πίστη, αλλά γιατί προσπάθησαν να αποφύγουν να πολεμήσουν. Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύ πιθανό να προσπάθησαν, και να κατόρθωσαν, να παραποιήσουν τα αρχεία της εκκλησίας ώστε να μην επιστρέψουν τα κτήματα στους πρωταρχικούς ιδιοκτήτες τους.

Εκ μέρους της εφημερίδας “ΑΤΤΙΚΗ περιφέρεια” (Παρασκευή 2 Απριλίου 2010) είχαν ερωτηθεί κάποιοι άνθρωποι σχετικά με το αν συμφωνούν με τη φορολόγηση της εκκλησίας. Ένας εξ αυτών απάντησε ότι “Δεν θα έπρεπε να το συζητάμε αν θα φορολογηθεί ή όχι η εκκλησιαστική περιουσία, καθώς θα έπρεπε να είναι δεδομένο. Οι αντιδράσεις όσων δεν συμφωνούν είναι αδικαιολόγητες. Ούτε εμείς επιλέξαμε να φορολογηθούμε, ούτε μας ρώτησε κανείς αν έχουμε χρήματα. Πιστεύω πως το κράτος πρέπει να το επιβάλει".

Όλοι οι πολίτες συμφωνούν ότι η εκκλησία θα έπρεπε να συνεχίσει να βοηθάει τους άπορους ή όσους την έχουν ανάγκη, όπως συνέβαινε και σε καιρούς πολέμου. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο όποιος γίνεται μοναχός, υποχρεούται να δώσει την περιουσία του στη μονή. Τα κτήματα που αποκτάει μία μονή από τους μοναχούς ή από τις δωρεές, καλώς τα αποκτάει. Το πρόβλημα είναι η χρήση τους. Τι τα κάνει όλα αυτά τα κτήματα!

Αν κάποιος επαρχιώτης, Έλληνας ή όχι, δεν έχει δουλειά, γιατί να μην δοθούν κάποια κτήματα προς εκμετάλλευση σε αυτόν ώστε να τα καλλιεργήσει! Δε χρειάζεται να περάσει η ιδιοκτησία τους σε αυτόν. Αρκεί να του δοθεί, έστω και προφορικά, αλλά να ισχύει, μια άδεια χρήσης του οικοπέδου για καλλιεργητικούς σκοπούς. Ακόμη κι αν δεν πετύχει πολλά έτσι, η εκκλησία θα έχει κάνει το καθήκον της.

Σε αυτό το σημείο του κειμένου, καλό είναι να αναφερθεί και η άλλη άποψη. Ωραία αυτά που λένε οι πολίτες. Ας μην ξεχνάμε, όμως, πως τα Μ.Μ.Ε. έχουν μεγάλη δύναμη και είναι παραπάνω από πρόθυμοι οι ιδιοκτήτες τους, να στρέψουν την οργή του κόσμου στην εκκλησία ή γενικότερα σε πράγματα που δεν αφορούν τα μέτρα της κυβέρνησης. Γι' αυτό θα συμπεριλάβουμε παρακάτω και την αντίθετη άποψη όπως τη βρήκαμε στο toaftonoito.blogspot.com:
" Η αντιβασιλεία του Όθωνα [...] με τα βασιλικά διατάγματα του 1833 και 1834 απεφάσισε τη διάλυση 416 μοναστηριών και τη διάθεση της κινητής και ακίνητης περιουσία τους με το πρόσχημα να συσταθεί το "Εκκλησιαστικό Ταμείο". Ήταν όμως τόσο κακή η σύσταση και οργάνωση του ταμείου αυτού, ώστε το μόνο που συνέβη ήταν η διαρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας και η πώληση -εκ μέρους επιτηδείων- ιερών σκευών και κειμηλίων στα παζάρια. Το 1836 η απαλλοτριωτική διάθεση της Αντιβασιλείας επεκτάθηκε και στην περιουσία των Μοναστηριών που διατηρήθηκαν σε λειτουργία "χάριν θεάρεστων έργων και προς οικοδομήν ιερών και αγαθοεργών καταστημάτων". Έτσι απαλλοτριώθηκαν υποχρεωτικά και άλλες μοναστηριακές εκτάσεις, ενώ σε όσες απέμειναν επιβλήθηκε βαρύτατη έμμεση φορολογία.

-Στη διάρκεια της δεύτερης και τρίτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, μετά τους Βαλκανικούς και τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίως δε έπειτα από τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), [...] απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά πολλές μοναστηριακές εκτάσεις για την αποκατάσταση προσφύγων και ακτημόνων και για λόγους "προφανούς ανάγκης και δημόσιας ασφαλείας". Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίοδο 1917 μέχρι 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του ενός δισεκατομμυρίου προπολεμικών δραχμών και το Κράτος κατέβαλε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο μόνο το 4% (40 εκατομμύρια δραχμές). Τα υπόλοιπα 960 εκατομμύρια οφείλονται ακόμα! Τα περισσότερα μοναστήρια καταδικάστηκαν με τον τρόπο αυτό σε μαρασμό και λειψανδρία! Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με υπολογισμούς κατά την πρώτη φάση μόνο, το 50% της γεωργική γης της εκκλησίας δόθηκε σε ακτήμονες, ενώ και η δεύτερη φάση που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1930 ήταν εξίσου μεγάλο το κομμάτι γης της εκκλησίας που απαλλοτριώθηκε.

-Με τον κωδ. νόμο 4684/1931 περί "Οργανισμοί Διοικήσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας" αποφασίσθηκε από την Πολιτεία η ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Μονών παρά τις επιφυλάξεις της Εκκλησίας. Ό,τι εισπράχθηκε από τη ρευστοποίηση σχεδόν στο σύνολό του εξανεμίστηκε εξαιτίας του Β Παγκοσμίου Πολέμου και της ξενικής κατοχής (1940-44).

-Με την από 18/9/1952 [...] η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος το 80% της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της με αντάλλαγμα να λάβει κάποια αστικά ακίνητα και 45.000.000 δραχμές νέας (τότε) εκδόσεως. Στη σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακήρυξη του κράτους ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον, ενώ υπάρχει και η δέσμευση ότι η Πολιτεία θα παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να μπορέσει να αξιοποιήσει την εναπομείνουσα περιουσία της. Στην ίδια σύμβαση καθιερώθηκε και η "μισθοδοσία" των κληρικών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό - του δε Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών από το έτος 1980 - ως υποχρέωσις του Κράτους έναντι των μεγάλων παραχωρήσεων γης στις οποίες είχε προβεί η Εκκλησία της Ελλάδος κατά την δεκαετία 1922-32. Δηλαδή, επειδή το Κράτος αδυνατούσε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο - όπως προέβλεπε ο νόμος του 1932 - συνεφωνήθη να μισθοδοτούνται επ' άπειρον οι κληρικοί και το Κράτος δεσμεύθηκε επ' αυτού[...]
"

Υπάρχουν και άλλα πολλά που γράφονται στην ιστοσελίδα/blog που προαναφέρθηκε. Το κράτος εκμεταλλεύτηκε πάρα πολύ την εκκλησία σε διάφορες περιόδους. Μόλις το 1980 της έδωσε ένα αντίτιμο για όσα προσέφερε στο κράτος. Εν έτει 2010, μόλις 30 χρόνια μετά, χρόνια χωρίς πολέμους από εξωτερικούς παράγοντες, το ελληνικό κράτος αρέσκεται στο να δημιουργεί εσωτερικούς πολέμους. Πολέμους, όχι φυσικά, μεταξύ κράτους και πολιτών αλλά μεταξύ εκκλησίας και πολιτών. Σίγουρα, δεν είναι δυνατόν να πούμε ότι η ιστορία του Βατοπεδίου δεν έγινε ποτέ. Δεν είναι, άλλωστε, αυτός ο σκοπός. Ας ρίξουμε, όμως, τις ευθύνες σε όσους τις έχουν κάθε φορά.

Το Βατοπέδι δεν είναι όλη η εκκλησία. Αντίστοιχα, το κράτος δεν είναι μόνο οι πολιτικοί. Είναι και οι πολίτες. Και όσο οι πολίτες χρησιμοποιούν το, γνωστό σε όλους, μέσο ώστε να επιτύχουν ένα καλό διορισμό για αυτούς και την οικογένειά τους ή προσπαθούν να αποκρύψουν από την εφορία κομμάτια της ιδιοκτησίας τους, τόσο οι πολιτικοί παίρνουν δύναμη και τόσο πιο δύσκολο είναι να τα πράγματα να αλλάξουν. Στα δημοκρατικά πολιτεύματα κυβερνάει, θεωρητικά, ο λαός. Ο κυρ-Γιώργος, ο Μπάμπης, η Χαρούλα, η Ελένη... Φίλοι μας, γνωστοί μας, συντοπίτες μας. Αν δε μας νοιάζει να είμαστε δίκαιοι απέναντι στους άλλους, ας είμαστε δίκαιοι, τουλάχιστον, απέναντι σε αυτούς. Και κλείνω με τα παρακάτω λόγια.

Στο ελληνικό δημοκρατικό πολίτευμα δεν κυβερνάει ο λαός. Ο λαός, απλώς, φορτώνεται τις επιλογές των πολιτικών που ο ίδιος επέλεξε.